Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Μια άλλη Θήβα [Σχολιασμός θεάτρου]

Μια άλλη Θήβα, του Σέρχιο Μπλάνκο σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου με τους Θάνο Λέκκα και Δημήτρη Καπουράνη. Με μια φράση θα τη χαρακτήριζα: Μια άλλη παράσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι παίζεται τέταρτη χρονιά, γεμίζει θέατρα, κόσμος και κριτικοί την εξυμνούν. Το κείμενο πολυεπίπεδο, η σκηνοθεσία αξιόλογη, οι ερμηνείες εξαιρετικές με τον Δημήτρη Καπουρανη να ερμηνεύει εξαίσια και να μπαίνει αβίαστα, από τη μία στιγμή στην άλλη, σε δύο ρόλους. Το ανέβασμα και το κατέβασμα του φερμουάρ της ζακέτας του ήταν η απειροελάχιστη προετοιμασία του για να αλλάξει ρόλο. Συγκεκριμένα όταν παίζει τον πατροκτόνο είναι καθηλωτικός (κινήσεις, σώμα, φωνή τα πάντα άλλαζαν πάνω του, άλλωστε δικαίως βραβεύτηκε με το βραβείο Χορν για αυτόν τον διπλό ρόλο). Αλλά και ο Θάνος Λέκας που υποδύεται τον συγγραφέα είναι πολύ καλός. Η ερμηνεία του διακατέχεται από ευαισθησία και ισορροπεί άνετα ανάμεσα στα λεπτά όρια προσέγγισης-νοιάξιμου και εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον οποίον θέλει να εμπνευστεί για να γράψει το θεατρικό του έργο στην αρχή αλλά μετά να τον πλησιάζει ουσιαστικά και ειλικρινά (ίσως να τον αδικεί λίγο το κείμενο γιατί δεν μπαίνει σε βάθος στον δικό του χαρακτήρα και τα ξεσπάσματα θυμού του ήταν λίγο παράταιρα). Όσον αφορά το κείμενο, είναι απορίας άξιον και θαυμασμού πως κατάφερε ο συγγραφέας να χωρέσει και να τα κάνει να κουμπώσουν μεταξύ τους τόσα θέματα σε μια υπόθεση πατροκτονίας (με κίνδυνο βέβαια σε κάποια σημεία να μην είναι τόσο «σφιχτοδεμένο»). Ξεπηδούν από το κείμενο του ο δικός μας Οιδίποδας που ήταν εντέλει πατροκτόνος ή δεν ήταν αφού δεν γνώριζε ότι σκότωνε τον πατέρα του,  ο Φρόυντ που μας λέει ότι όλοι κατά βάθος θέλουμε να «σκοτώσουμε» τον πατέρα μας, ο Ντοστογέφσκι με τους αδερφούς Καραμαζωφ και τη δική τους πατροκτονία, ο Άγιος Μαρτίνος που «συνδέεται» μεταφυσικά με τον πατροκτόνο Μαρτίν, το μπάσκετ, ένα «ξεκάθαρο» άθλημα που πάντα έχει έναν νικητή και έναν ηττημένο (άσπρο-μαύρο, τίποτα γκρίζο). Και όλα αυτά ενώ ετοιμάζεται μια παράσταση με θέμα την πατροκτονία και πάνω στη δημιουργία της προκύπτουν προβληματισμοί- διαξιφισμοί όπως  πραγματικότητα με τέχνη (ποια είναι πιο «όμορφη»), ρόλος με πραγματικό πρόσωπο (και ταύτιση αυτών σε κάποια σημεία), μίμηση με υποκριτική, γνήσιο και αντίγραφο (ευφυές σημείο: τα ακριβά αθλητικά παπούτσια που τα φοράει ο ψεύτικος Μαρτίν και τα «μαϊμού» που τα φοράει το πραγματικό πρόσωπο , ο αληθινός Μαρτίν. )Παρακολουθήσαμε λοιπόν μια παράσταση μέσα σε μια παράσταση, κείμενο μέσα στο κείμενο, ρόλος μέσα στον ρόλο, όλα να λειτουργούν σε πολλά επίπεδα και το σημαντικότερο χωρίς 
να κάνουν τον θεατή να κουράζεται και να χάνεται επουδενί. Στη σκηνοθεσία μπορεί ο Θεοδωρόπουλος να μην έκανε κάτι ξεχωριστό (δεν χρειαζόταν άλλωστε) αλλά και μόνο που διάλεξε αυτό το έργο να παιχτεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα κερδίζει όλα τα εύσημα. Τι άλλο να πει κανείς για αυτήν την παράσταση παρά μόνο ότι θα τη σκεφτόμαστε για αρκετό καιρό και ας ελπίσουμε ότι ήρθε για να μείνει και να εδραιωθεί στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Ο τελευταίος Βίκινγκ [Σχολιασμός ταινίας]

Ο τελευταίος Βίκινγκ, ταινία του Άντερ Τόμας Τζένσεν με τον εξαιρετικό Μαντς Μικελσεν. Μια ενδιαφέρουσα ταινία που δεν μπορείς να την κατατάξεις σε κατηγορία, είναι λίγο από όλα, μαύρη κωμωδια,  αστυνομικό θρίλερ, δράμα. Ενώ αυτό φαίνεται σαν μειονέκτημά της, τελικά η ταινία καταφέρνει να «ζει» σε πολλές πραγματικότητες όπως ακριβώς και οι χαρακτήρες της. Μέσα στη μαυρίλα και την τραγελαφικότητα της καταπιάνεται με πολλά θέματα 
όπως βαριά παιδικά τραύματα, πόσο σχετική και εύθραυστη είναι η ασχήμια με την ομορφιά, 
πόσο διαφορετικός και μοναδικός είναι ο κάθε άνθρωπος και καταλήγει στο ότι δεν θα υπήρχε η ανθρωπότητα αν είμασταν όλοι ίδιοι σωματικά και ψυχικά (εκπληκτικό το αλληγορικό παραμύθι στην αρχή και στο τέλος της ταινίας που δείχνει ότι η επιβολή της εξομοίωσης με το σύνολο, της μαζικοποίησης και του κομφορμισμού εις το όνομα της δικαιοσύνης και της ισότητας οδηγεί στην καταστροφή του ανθρώπου και όχι στην αποδοχή και την αλληλεγγύη). Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι πολύ καλές αλλά με τον σπουδαίο ηθοποιό Μαντς Μικελσεν να ξεχωρίζει αφού σε κάνει να καταλάβεις και μόνο με το βλέμμα του ότι «κάτω»από την προσωπικότητα του τρελού που υποδύεται υπάρχει ο γνωστικός που ξέρει ακριβώς τι κάνει… Αν το σενάριο δεν είχε κάποιες αστοχίες θα ήταν μια πραγματικά ευφυής ταινία μέσα στη «βλακώδη» τρέλα της.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Αντιγόνη [Σχολιασμός θεάτρου]

Αντιγόνη του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη σε ένα πολύ ωραίο θέατρο, στο Ρωμαϊκό ωδείο στη Νικόπολη Πρεβέζης. Μια εξαιρετική παράσταση με πολύ καλές ερμηνείες, σκηνοθεσία, μουσική, φωτισμούς, και με ισορροπημένο τρόπο παραπομπές στο σήμερα. Όλα έδεναν αρμονικά μεταξύ τους χωρίς τίποτα να «χαλάει» την αρχαία τραγωδία του Σοφοκλή. Ο Μελέτης Ηλίας εξαιρετικός στον ρόλο του βασιλιά Κρέοντα με επιβλητική παρουσία, καθαρό λόγο και κινησιολογία που την υποστήριζε άψογα. Ο Μιχάλης Οικονόμου πολύ καλός ως φύλακας, περνούσε την «κακομοιριά» του ρόλου του με μια λεπτή δόση χιούμορ όπως και η ερμηνεία της Νάνσυς Μπούκλη ως Ισμήνη έστεκε επάξια ως η αδύναμη φωνή  της λογικής απέναντι στην αδερφή της. Η κινησιολογία του χορού που παρέπεμπε σε στρατό τόνιζε την απόλυτη υποταγή στην εξουσία αλλά πρόσδιδε και μια δυναμικότητα στον χορό ο οποίος καθόταν στο τραπέζι των αποφάσεων μαζί με τον Βασιλιά έχοντας ενεργό ρόλο στα δρώμενα. Μόνο η Λένα Παπαληγούρα ως Αντιγόνη, αυτή η σπουδαία ηθοποιός ήταν κάπως υποτονική, δεν περνούσε αβίαστα (φάνηκε σαν το προσπαθούσε χωρίς να το νιώθει) το συναίσθημα και κυρίως τον θρήνο της αφοσιωμένης αδερφής που δεν φοβάται να πεθάνει προκειμένου να τιμήσει τον νεκρό αδερφό της…ίσως δεν ήταν η μέρα της. Κατά τα άλλα, σκηνοθετικά η παράσταση είχε ροή και σε «τραβούσε»εξολοκλήρου στον μεστό και πυκνό λόγο του αρχαιοελληνικού κειμένου γεμάτο νοήματα, διλλήματα, ηθικές αρχές, πολιτικές θέσεις και τον άνθρωπο στη μέση ως τραγικό πρόσωπο «να γίνεται ταυτόχρονα θαύμα και κτήνος».

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια [Σχολιασμός βιβλίου]

Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια του Νταβίντ Ουκλές. Ενα βιβλίο με ενδιαφέρον θέμα, τον ισπανικό εμφύλιο, αλλά με τόσο μαγικό ρεαλισμό και τόσο αυτο-αναφορά του συγγραφέα που χάνει το ενδιαφέρον του σχεδόν από την αρχή του. Αν εξαιρεθούν κάποιες δυνατές σκηνές και ο τρόπος που ο συγγραφέας σε αρκετά σημεία περνάει από το ατομικό στο συλλογικό, από το «σώμα» ενός ανθρώπου στο «σώμα» της χώρας του μέσω του μαγικού ρεαλισμού και της μαγικής περιγραφής του «σωματοποιωντας» τα δεινά αυτής της χώρας εκείνη την περίοδο, η γραφή του δεν έχει κάτι άλλο να δώσει σε σχέση με τον όγκο του βιβλίου και τις λεπτομέρειες που παραθέτει. Και ενώ με τον ρέοντα λόγο του χτίζει την ανάλογη ατμόσφαιρα της σκηνής που περιγράφει, οι τόσο συχνές παρεμβολές του ως αφηγητή την καταστρέφουν και πετούν έξω από την αφήγηση τον αναγνώστη (τουλάχιστον εμένα). Επίσης αναφέρει πολλά στοιχεία από τον ισπανικό πολιτισμό, συγγραφείς (όχι μόνο Ισπανούς) ποιητές, ζωγράφους, ιστορικά μέρη, πόλεις και χώρους της Ισπανίας, λαϊκές δοξασίες και τα ενσωματώνει στην ιστορία με έξυπνο τρόπο αλλά αυτό φαντάζομαι θα το απολαμβάνουν περισσότερο οι Ισπανοί που γνωρίζουν καλύτερα την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους.  Βέβαια το θέμα του δεν παύει να είναι οικουμενικό και αφορά όλους τους ανθρώπους και τις χώρες που έχουν ζήσει εμφύλιο (να σκοτώνει αδερφός τον αδερφό, κυριολεκτικά και μεταφορικά) αλλά θεωρώ ότι το κατακερματίζει με τις τόσες «τοπικές» λεπτομέρειες. 
Η άποψη μου: είναι ένα αξιόλογο βιβλίο για υπομονετικούς αναγνώστες που δεν σε ανταμείβει τελικά, δυστυχώς.