Task, mini σειρά με Μαρκ Ραφαλο στο HBO. Μια δυνατή σειρά που ενώ φαίνεται αστυνομική δεν είναι μόνο αστυνομική είναι σειρά χαρακτήρων βαθιά ανθρώπινη, ένα κοινωνικό δράμα που καταπιάνεται με πολλά θέματα. Από τον παραγωγό Μπραντ Ίνγκελσμπι που δημιούργησε το Mare of Easttown με την Κέιτ Γουίνσλετ δεν περιμέναμε κάτι λιγότερο. Μπορεί η σειρά στα πρώτα επεισόδια να εξελίσσεται αργά, αλλά με αυτό τον ρυθμό «χτιζει» τόσο καλά τους χαρακτήρες της, τους κάνει τόσο ανθρώπινους και μπαίνει διεισδυτικά στη ψυχούλα τους που είναι αδύνατον να μην τους καταλάβεις, να μην τους συμπονέσεις, να μην τους συγχωρέσεις. Κάθε χαρακτήρας ζει το δράμα του, προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι στη ζωή που του έχει μαυρίσει την ψυχή, να αντέξει και να προχωρήσει. Αγωνίζεται λοιπόν με θεμιτούς ή αθέμιτους τρόπους έχοντας τα δικά του ηθικά κριτήρια για να απαλλαγεί από τον ψυχικό του πόνο και να λυτρωθεί. Εξαιρετικές ερμηνείες, με τον Μαρκ Ράφαλο να ξεχωρίζει και να ηγείται ενός καστ όπου ο καθένας αποδίδει υπόκωφα, με λεπτότητα και δεξιοτεχνία, την αδυναμία, την απελπισία και την τραγικότητα του ρόλου του. Χωρίς υπερβολές, αλλά με μια ένταση που λειτουργεί υπόγεια και διαπερνά κάθε σκηνή. Θέματα όπως πίστη, οικογένεια, αδελφικότητα, προσφορά και εθελοντισμός αλλά και προδοσία, απώλεια, εκδίκηση, ματαίωση αναδύονται μέσα από το σενάριο, σε κάθε πλάνο, σε κάθε βλέμμα κάνοντας τον θεατή να «βουτάει» όλο και πιο βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και «αναγκαστικά» να συγχωρεί. Κάποια στιγμή λέει ο αστυνομικός που υποδύεται ο Ραφαλο: «σοφία είναι να μπορείς να παραβλέπεις», με βάση αυτό βγαίνει και η ουσία της σειράς: «Ανθρωπιά είναι να μπορείς να παραβλέπεις».
Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026
Μια άλλη Θήβα [Σχολιασμός θεάτρου]
Μια άλλη Θήβα, του Σέρχιο Μπλάνκο σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου με τους Θάνο Λέκκα και Δημήτρη Καπουράνη. Με μια φράση θα τη χαρακτήριζα: Μια άλλη παράσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι παίζεται τέταρτη χρονιά, γεμίζει θέατρα, κόσμος και κριτικοί την εξυμνούν. Το κείμενο πολυεπίπεδο, η σκηνοθεσία αξιόλογη, οι ερμηνείες εξαιρετικές με τον Δημήτρη Καπουρανη να ερμηνεύει εξαίσια και να μπαίνει αβίαστα, από τη μία στιγμή στην άλλη, σε δύο ρόλους. Το ανέβασμα και το κατέβασμα του φερμουάρ της ζακέτας του ήταν η απειροελάχιστη προετοιμασία του για να αλλάξει ρόλο. Συγκεκριμένα όταν παίζει τον πατροκτόνο είναι καθηλωτικός (κινήσεις, σώμα, φωνή τα πάντα άλλαζαν πάνω του, άλλωστε δικαίως βραβεύτηκε με το βραβείο Χορν για αυτόν τον διπλό ρόλο). Αλλά και ο Θάνος Λέκας που υποδύεται τον συγγραφέα είναι πολύ καλός. Η ερμηνεία του διακατέχεται από ευαισθησία και ισορροπεί άνετα ανάμεσα στα λεπτά όρια προσέγγισης-νοιάξιμου και εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον οποίον θέλει να εμπνευστεί για να γράψει το θεατρικό του έργο στην αρχή αλλά μετά να τον πλησιάζει ουσιαστικά και ειλικρινά (ίσως να τον αδικεί λίγο το κείμενο γιατί δεν μπαίνει σε βάθος στον δικό του χαρακτήρα και τα ξεσπάσματα θυμού του ήταν λίγο παράταιρα). Όσον αφορά το κείμενο, είναι απορίας άξιον και θαυμασμού πως κατάφερε ο συγγραφέας να χωρέσει και να τα κάνει να κουμπώσουν μεταξύ τους τόσα θέματα σε μια υπόθεση πατροκτονίας (με κίνδυνο βέβαια σε κάποια σημεία να μην είναι τόσο «σφιχτοδεμένο»). Ξεπηδούν από το κείμενο του ο δικός μας Οιδίποδας που ήταν εντέλει πατροκτόνος ή δεν ήταν αφού δεν γνώριζε ότι σκότωνε τον πατέρα του, ο Φρόυντ που μας λέει ότι όλοι κατά βάθος θέλουμε να «σκοτώσουμε» τον πατέρα μας, ο Ντοστογέφσκι με τους αδερφούς Καραμαζωφ και τη δική τους πατροκτονία, ο Άγιος Μαρτίνος που «συνδέεται» μεταφυσικά με τον πατροκτόνο Μαρτίν, το μπάσκετ, ένα «ξεκάθαρο» άθλημα που πάντα έχει έναν νικητή και έναν ηττημένο (άσπρο-μαύρο, τίποτα γκρίζο). Και όλα αυτά ενώ ετοιμάζεται μια παράσταση με θέμα την πατροκτονία και πάνω στη δημιουργία της προκύπτουν προβληματισμοί- διαξιφισμοί όπως πραγματικότητα με τέχνη (ποια είναι πιο «όμορφη»), ρόλος με πραγματικό πρόσωπο (και ταύτιση αυτών σε κάποια σημεία), μίμηση με υποκριτική, γνήσιο και αντίγραφο (ευφυές σημείο: τα ακριβά αθλητικά παπούτσια που τα φοράει ο ψεύτικος Μαρτίν και τα «μαϊμού» που τα φοράει το πραγματικό πρόσωπο , ο αληθινός Μαρτίν. )Παρακολουθήσαμε λοιπόν μια παράσταση μέσα σε μια παράσταση, κείμενο μέσα στο κείμενο, ρόλος μέσα στον ρόλο, όλα να λειτουργούν σε πολλά επίπεδα και το σημαντικότερο χωρίς
να κάνουν τον θεατή να κουράζεται και να χάνεται επουδενί. Στη σκηνοθεσία μπορεί ο Θεοδωρόπουλος να μην έκανε κάτι ξεχωριστό (δεν χρειαζόταν άλλωστε) αλλά και μόνο που διάλεξε αυτό το έργο να παιχτεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα κερδίζει όλα τα εύσημα. Τι άλλο να πει κανείς για αυτήν την παράσταση παρά μόνο ότι θα τη σκεφτόμαστε για αρκετό καιρό και ας ελπίσουμε ότι ήρθε για να μείνει και να εδραιωθεί στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα.
να κάνουν τον θεατή να κουράζεται και να χάνεται επουδενί. Στη σκηνοθεσία μπορεί ο Θεοδωρόπουλος να μην έκανε κάτι ξεχωριστό (δεν χρειαζόταν άλλωστε) αλλά και μόνο που διάλεξε αυτό το έργο να παιχτεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα κερδίζει όλα τα εύσημα. Τι άλλο να πει κανείς για αυτήν την παράσταση παρά μόνο ότι θα τη σκεφτόμαστε για αρκετό καιρό και ας ελπίσουμε ότι ήρθε για να μείνει και να εδραιωθεί στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα.
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026
Ο τελευταίος Βίκινγκ [Σχολιασμός ταινίας]
Ο τελευταίος Βίκινγκ, ταινία του Άντερ Τόμας Τζένσεν με τον εξαιρετικό Μαντς Μικελσεν. Μια ενδιαφέρουσα ταινία που δεν μπορείς να την κατατάξεις σε κατηγορία, είναι λίγο από όλα, μαύρη κωμωδια, αστυνομικό θρίλερ, δράμα. Ενώ αυτό φαίνεται σαν μειονέκτημά της, τελικά η ταινία καταφέρνει να «ζει» σε πολλές πραγματικότητες όπως ακριβώς και οι χαρακτήρες της. Μέσα στη μαυρίλα και την τραγελαφικότητα της καταπιάνεται με πολλά θέματα
όπως βαριά παιδικά τραύματα, πόσο σχετική και εύθραυστη είναι η ασχήμια με την ομορφιά,
πόσο διαφορετικός και μοναδικός είναι ο κάθε άνθρωπος και καταλήγει στο ότι δεν θα υπήρχε η ανθρωπότητα αν είμασταν όλοι ίδιοι σωματικά και ψυχικά (εκπληκτικό το αλληγορικό παραμύθι στην αρχή και στο τέλος της ταινίας που δείχνει ότι η επιβολή της εξομοίωσης με το σύνολο, της μαζικοποίησης και του κομφορμισμού εις το όνομα της δικαιοσύνης και της ισότητας οδηγεί στην καταστροφή του ανθρώπου και όχι στην αποδοχή και την αλληλεγγύη). Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι πολύ καλές αλλά με τον σπουδαίο ηθοποιό Μαντς Μικελσεν να ξεχωρίζει αφού σε κάνει να καταλάβεις και μόνο με το βλέμμα του ότι «κάτω»από την προσωπικότητα του τρελού που υποδύεται υπάρχει ο γνωστικός που ξέρει ακριβώς τι κάνει… Αν το σενάριο δεν είχε κάποιες αστοχίες θα ήταν μια πραγματικά ευφυής ταινία μέσα στη «βλακώδη» τρέλα της.
Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
Αντιγόνη [Σχολιασμός θεάτρου]
Αντιγόνη του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη σε ένα πολύ ωραίο θέατρο, στο Ρωμαϊκό ωδείο στη Νικόπολη Πρεβέζης. Μια εξαιρετική παράσταση με πολύ καλές ερμηνείες, σκηνοθεσία, μουσική, φωτισμούς, και με ισορροπημένο τρόπο παραπομπές στο σήμερα. Όλα έδεναν αρμονικά μεταξύ τους χωρίς τίποτα να «χαλάει» την αρχαία τραγωδία του Σοφοκλή. Ο Μελέτης Ηλίας εξαιρετικός στον ρόλο του βασιλιά Κρέοντα με επιβλητική παρουσία, καθαρό λόγο και κινησιολογία που την υποστήριζε άψογα. Ο Μιχάλης Οικονόμου πολύ καλός ως φύλακας, περνούσε την «κακομοιριά» του ρόλου του με μια λεπτή δόση χιούμορ όπως και η ερμηνεία της Νάνσυς Μπούκλη ως Ισμήνη έστεκε επάξια ως η αδύναμη φωνή της λογικής απέναντι στην αδερφή της. Η κινησιολογία του χορού που παρέπεμπε σε στρατό τόνιζε την απόλυτη υποταγή στην εξουσία αλλά πρόσδιδε και μια δυναμικότητα στον χορό ο οποίος καθόταν στο τραπέζι των αποφάσεων μαζί με τον Βασιλιά έχοντας ενεργό ρόλο στα δρώμενα. Μόνο η Λένα Παπαληγούρα ως Αντιγόνη, αυτή η σπουδαία ηθοποιός ήταν κάπως υποτονική, δεν περνούσε αβίαστα (φάνηκε σαν το προσπαθούσε χωρίς να το νιώθει) το συναίσθημα και κυρίως τον θρήνο της αφοσιωμένης αδερφής που δεν φοβάται να πεθάνει προκειμένου να τιμήσει τον νεκρό αδερφό της…ίσως δεν ήταν η μέρα της. Κατά τα άλλα, σκηνοθετικά η παράσταση είχε ροή και σε «τραβούσε»εξολοκλήρου στον μεστό και πυκνό λόγο του αρχαιοελληνικού κειμένου γεμάτο νοήματα, διλλήματα, ηθικές αρχές, πολιτικές θέσεις και τον άνθρωπο στη μέση ως τραγικό πρόσωπο «να γίνεται ταυτόχρονα θαύμα και κτήνος».
Τρίτη 4 Αυγούστου 2026
Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια [Σχολιασμός βιβλίου]
Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια του Νταβίντ Ουκλές. Ενα βιβλίο με ενδιαφέρον θέμα, τον ισπανικό εμφύλιο, αλλά με τόσο μαγικό ρεαλισμό και τόσο αυτο-αναφορά του συγγραφέα που χάνει το ενδιαφέρον του σχεδόν από την αρχή του. Αν εξαιρεθούν κάποιες δυνατές σκηνές και ο τρόπος που ο συγγραφέας σε αρκετά σημεία περνάει από το ατομικό στο συλλογικό, από το «σώμα» ενός ανθρώπου στο «σώμα» της χώρας του μέσω του μαγικού ρεαλισμού και της μαγικής περιγραφής του «σωματοποιωντας» τα δεινά αυτής της χώρας εκείνη την περίοδο, η γραφή του δεν έχει κάτι άλλο να δώσει σε σχέση με τον όγκο του βιβλίου και τις λεπτομέρειες που παραθέτει. Και ενώ με τον ρέοντα λόγο του χτίζει την ανάλογη ατμόσφαιρα της σκηνής που περιγράφει, οι τόσο συχνές παρεμβολές του ως αφηγητή την καταστρέφουν και πετούν έξω από την αφήγηση τον αναγνώστη (τουλάχιστον εμένα). Επίσης αναφέρει πολλά στοιχεία από τον ισπανικό πολιτισμό, συγγραφείς (όχι μόνο Ισπανούς) ποιητές, ζωγράφους, ιστορικά μέρη, πόλεις και χώρους της Ισπανίας, λαϊκές δοξασίες και τα ενσωματώνει στην ιστορία με έξυπνο τρόπο αλλά αυτό φαντάζομαι θα το απολαμβάνουν περισσότερο οι Ισπανοί που γνωρίζουν καλύτερα την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους. Βέβαια το θέμα του δεν παύει να είναι οικουμενικό και αφορά όλους τους ανθρώπους και τις χώρες που έχουν ζήσει εμφύλιο (να σκοτώνει αδερφός τον αδερφό, κυριολεκτικά και μεταφορικά) αλλά θεωρώ ότι το κατακερματίζει με τις τόσες «τοπικές» λεπτομέρειες.
Η άποψη μου: είναι ένα αξιόλογο βιβλίο για υπομονετικούς αναγνώστες που δεν σε ανταμείβει τελικά, δυστυχώς.
Η άποψη μου: είναι ένα αξιόλογο βιβλίο για υπομονετικούς αναγνώστες που δεν σε ανταμείβει τελικά, δυστυχώς.
Κυριακή 29 Μαρτίου 2026
Happy valley, [Σχολιασμός σειράς]
Happy valley, μια εξαιρετική σειρά (3 κύκλων) του BBC στην COSMOTE tv που μόνο happy δεν είναι. Ένα δυνατό αστυνομικό δράμα που κινείται γύρω από τη δραματική ζωή μιας αστυνομικού της Κάθριν Κάγουντ (Σάρα Λάνκασιρ) που μεγαλώνει το παιδί της κόρης της. Η Καθριν είναι μια πονεμένη γυναίκα που έχασε την κόρη της γιατί αυτοκτόνησε μετά από μια κακοποιητική σχέση με έναν ψυχοπαθή (καταπληκτικός ο Τζέιμς Νόρτον) που τη βίασε, την άφησε έγκυο, χωρίς να το ξέρει ο ίδιος μιας και φυλακίστηκε για άλλο λόγο. Παίρνει λοιπόν την απόφαση, ενάντια σε όλους, να μεγαλώσει το παιδί αυτό που θα της θυμίζει πάντα τι έπαθε το δικό της παιδί, να φοβάται και να αναρωτιέται αν πρόκειται να μοιάσει στον πατέρα του. Χωρισμένη γιατί ο άντρας της δεν αντέχει το μεγάλωμα αυτού του παιδιού, και με απομακρυσμένο τον γιο της λύνει υποθέσεις πολεμώντας τη θλίψη και τους φόβους της. Όταν ελευθερώνεται ο βιαστής της κόρης της ξεκινά το δράμα της αντιμετωπίζοντας κατά μέτωπο και με πόνο όλες τις επιλογές της. Μπορεί το οικογενειακό περιβάλλον και η ανατροφή ενός παιδιού με αγάπη να καταστείλει τυχόν άρρωστα γονίδια που μπορεί να υποβόσκουν κληρονομικά; Τι γίνεται όταν το παιδί θέλει δικαιωματικά να γνωρίσει τον πατέρα του; Καλοδουλεμένοι χαρακτήρες, καθηλωτικές ερμηνείες εξαιρετικά ψυχογραφήματα, με ουσιαστικό ανθρώπινο κείμενο-σενάριο που μπαίνει στα βαθιά νερά της ανθρώπινης ψυχής και κοιτά με ενσυναίσθηση και συμπόνια κάθε ανθρώπινη στάση, συμπεριφορά και αντίδραση σε δύσκολα ηθικά θέματα και καταστάσεις.
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
Hamnet, [Σχολιασμός ταινίας]
Hamnet, ταινία της Κλόι Ζάο με Τζέσι Μπακλεϊ και Πολ Μεσκαλ. Μια ταινία σπαραχτική, μαγική, ποιητική όπως ακριβώς αρμόζει σε έναν συγγραφέα σαν τον Ουιλιαμ Σαίξπηρ. Μόνο που δεν πρωταγωνιστεί αυτός αλλά η γυναίκα και τα παιδιά του και μάλιστα δεν αναφέρεται καν το όνομά του παρά μόνο κοντά στο τέλος της ταινίας γιατί μέχρι τότε δεν ήταν ο διάσημος ποιητής- συγγραφέας αλλά ένας πατέρας, ένας σύζυγος που εργάζεται μακριά για την οικογένειά του. Πανέξυπνη βιογραφία χωρίς να είναι βιογραφία μιας και το κύριο θέμα της ταινίας είναι η απώλεια, ο θάνατος, η φύση ως μάνα γη, η τέχνη και πώς αυτή με τη ζωή συνδιαλέγονται για να αντέξει η ανθρώπινη ψυχή τη θνητότητα της και να γίνει πιο βαθιά από τα τραύματα της. Τι υπέροχη σκηνοθεσία που σε κάνει σιγά σιγά να μπαίνεις ολοκληρωτικά μέσα στο σύμπαν της οικογένειας αυτής με την Αγκνες να μοιάζει με ξωτικό πλάσμα, μάγισσα ή νεράιδα, που μάχεται για τα παιδιά της, τον Σαίξπηρ κυνηγημένο από το τεράστιο ταλέντο του να προσπαθεί να το χωρέσει μέσα στη ζωή του και τα παιδιά τους να θυσιάζεται το ένα για το άλλο. Όλες οι ερμηνείες εξαιρετικές αλλά η ερμηνεία τηςΤζέσι Μπάκλεϊ όχι μόνο ξεχωρίζει αλλά «καταπίνει» με τη παρουσία και την υπέροχη φωνή της ότι υπάρχει γύρω της σαν μαύρη τρύπα. Η μουσική, τα σκηνικά, η φωτογραφία, το βιβλίο στο οποίο βασίζεται το σενάριο όλα συμβάλλουν στην αποθέωση της τέχνης κινηματογραφικά και θεματικά ως μια λυτρωτική δύναμη που κάνει τη μάνα και τον πατέρα να «αποχαιρετούν» τον γιο τους καθώς αποχωρεί από τη σκηνή του θεάτρου- ζωής. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Να δημιουργείς τέχνη ή να είσαι θεατής και αποδέκτης της τέχνης; Δύο δρόμοι που συναντιούνται στο ίδιο σημείο: τη μνήμη.
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026
Άγριος Σπόρος, [Σχολιασμος θεατρικής παράστασης]
Άγριος Σπόρος, θεατρική παράσταση της Σοφίας Καραγιάννη. Μια παράσταση για τον Έλληνα μεροκαματιάρη που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με νύχια και με δόντια στα χρόνια της κρίσης ακροβατώντας ανάμεσα στη νομιμότητα και στην παρανομία. Ο Σταύρος (Ηλίας Βαλάσης) ο ιδιοκτήτης μιας καντίνας σε μια παραλία καθώς κι ενός χοιροστασίου, που εκτρέφει τα δικά του γουρούνια για να τα σφάξει και να τα φτιάξει σουβλάκια, πέφτει θύμα υποψιών για την εξαφάνιση ενός Γερμανού νεαρού που κατασκηνώνει στη συγκεκριμένη παραλία. Αυτός και η κόρη του (Ανθή Σαββάκη) προσπαθούν να αποδείξουν στους ξένους αλλά και στους Έλληνες συγχωριανούς τους καθώς και στον αστυνομικό φίλο τους (Δημήτρη Μαμιό) ότι «δεν είναι ελέφαντες».
Η καντίνα φαίνεται να είναι η Ελλάδα που προσπαθεί να επιβιώσει κάτω από τον έλεγχο των Ευρωπαίων που μας πετάνε ένα κομμάτι ψωμί, αγοράζουν τη γη μας για ένα κομμάτι ψωμί και μας κουνούν το δάχτυλο δικαιολογημένα στις περισσότερες περιπτώσεις. Το έργο του Γιάννη Τσίρου δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε στον Έλληνα ούτε στον ξένο. Τον Έλληνα τον παρουσιάζει με όλα του τα ελαττώματα του αλλά και το παιδί του ξένου δυστυχισμένο που παρά την ευημερία του ψάχνει να βρει νόημα στη ζωή του. Επίσης παρουσιάζει πόσο εύκολα στρέφεται ο Έλληνας εναντίον του Έλληνα, πόσο εύκολα όχι μόνο κρίνουμε κάποιον αλλά τον καταδικάζουμε κιόλας στηριζόμενοι σε διάφορα δικά μας στερεότυπα και προκαταλήψεις. Πρόκειται για ένα δυνατό κείμενο που στηλιτεύει την παθογένεια της κοινωνία μας αλλά και γενικότερα την παθογένεια του έθνους μας. Πολύ καλή η σκηνοθεσία με εμβόλιμες αφηγηματικές σκηνές και κάποιες μη ρεαλιστικές ώστε να αναδειχθούν το κείμενο και οι χαρακτήρες. Οι ήχοι και η μουσική της παράστασης μας μεταφέρουν ακριβώς στην ατμόσφαιρα και στο περιβάλλον που διαδραματίζεται το έργο. Απρόσμενα πολύ καλή η ερμηνεία του Ηλία Βαλάση, φυσική και αβίαστη η ερμηνεία της Σαββάκη σε αντίθεση με την ερμηνεία του Μαμιού που ήταν πιο επιτηδευμένη. Η τελευταία σκηνή «κουβαλάει» δραματικά όλο το έργο μαζί της με όλο τον σπαραγμό που του αρμόζει γιατί πράγματι ο Έλληνας είναι άγριος σπόρος που καταφέρνει να αντέχει…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






